Elenas (αλλάζει από Robins)

author christos boubalos

this is a draft story of internal conflicts towards finding self and love as a meaning of life and solution based on true facts - just a story though

Σκηνή 1 – Αποχώρηση από τη Φυλακή

Η μεγάλη σιδερενια πόρτα του σωφρονιστικού ιδρύματος ανοίγει κάνοντας θορυβο θέλοντας να δηλώσει την παρουσία και το ρόλο της .
Η Μαρία βγαίνει, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά μια χαρτονένια κούτα με βιβλία και μικροπράγματα. Κάθε της βήμα είναι αλλες φορές βαρύ, σαν να κουβαλάει κομμάτια από το χθες που δεν θελει να ξεχαστουν αλλά και γρήγορο αποφασιστικό καθως θελει να αλλάξει κεφάλαιο και να γραψει καινουριες σελίδες στο υπόλοιπο βιβλίο της ζωής της.

Από το ταξί, ο οδηγός σηκώνει το χέρι και της γνέφει. Ένα νεύμα πρόχειρο, σχεδόν αδιάφορο· το είδος εκείνο που λέει: «Εδώ είμαι ήρθα - Κ όσο για τα πράγματα Μόνη σου θα τα κουβαλήσεις, εγώ οδηγώ.»

Η Μαρία πλησιάζει, βάζει την κούτα στο πίσω κάθισμα, και μπαίνει αμέσως μέσα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Λίγο μετά, δύο φύλακες εμφανίζονται με μια δεύτερη κούτα, ακόμη πιο βαριά, γεμάτη βιβλία. Σταματούν, κοιτούν τον ταξιτζή με βλέμμα που δεν αφήνει περιθώρια. Εκείνος αναστενάζει, πετά το τσιγάρο πριν καν το ανάψει, και σηκώνεται με βαριεστημένη δυσφορία.

Σηκώνει το κουτί· είναι βαρύ. Το φορτώνει στο πορτ-μπαγκάζ με κόπο, κλείνει με θόρυβο, σκουπίζει το μέτωπο. Στρέφεται να μπει ξανά στο αυτοκίνητο, η έκφρασή του τραχιά, μισό-αγανακτισμένη.

Μπαίνει στη θέση του οδηγού. Γυρίζει το κλειδί, η μηχανή παίρνει μπρος. Σιωπή.

Η Μαρία τον κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη, με φωνή χαμηλή αλλά σταθερή:

Μαρία:
«Ευχαριστώ… ευγενικέ κύριε.»

Εκείνος ξαφνιάζεται. Το πρόσωπό του μαλακώνει αμέσως· τα φρύδια χαλαρώνουν, το βλέμμα γλυκαίνει. Για μια στιγμή, μοιάζει να θυμάται πώς είναι να τον αποκαλούν με σεβασμό.

Δεν απαντά· μόνο ένα μικρό νεύμα, σχεδόν αδιόρατο. Το ταξί ξεκινά , ο δρόμος μακρύς, κι η σιωπή παίρνει πάλι τον πρώτο ρόλο — αυτή τη φορά όμως δεν είναι εχθρική, αλλά ήρεμη, σχεδόν ζεστή.

Σκηνή 2 – Μέσα στο ταξί- Ξημέρωμα

Το ταξί ξεκινά αργά. Ο ήλιος μπαίνει από το πλάι καθώς ο ήλιος ανατέλλει , σχίζοντας το εσωτερικό σε φως και σκιά. Ο ταξιτζής ρίχνει μια ματιά από τον καθρέφτη, τα μάτια του κουρασμένα, με ίχνη ειρωνικής διάθεσης.

Ταξιτζής: Είναι δέκα ώρες δρόμος… ξέρεις,αεροπλάνο θα ήταν πιο γρήγορο.. αλλά τότε δεν θα είχα δουλεια εγω φαντάζομαι.. μονολογεί

Η Μαρία, καθισμένη πίσω, με το τετράδιο σφιγμένο στα χέρια της, σηκώνει το βλέμμα. Τα μάτια της έχουν μέσα τους μια κόπωση που δεν είναι από το σώμα, αλλά από τα χρόνια.

Μαρία (χαμηλά): Ναιι , αποκρίνεται καθυστερημένα στην παρατηρηση του ταξιτζή, ..Δεν πετάω... Σπάνια…

Η ματιά της ειναι κολλημένη στην εικόνα εξω από το πλαινο τζάμι στα δέντρα που περνάνε, η εικόνα θολώνει. Η ανάσα της βαραίνει. Το τζάμι του ταξί γίνεται καθρέφτης μνήμης. Σιγά-σιγά, η σκηνή αλλάζει.

Βρισκόμαστε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Κυπαρίσσια που υψώνονται σαν φύλακες. Μαρμάρινοι σταυροί κ αγάλματα μνήμης αγαπημενων- ψυχων, βαρύς ουρανός. Κηδεία. Η Έλενα κατεβαίνει στο χώμα, και η Μαρία ανάμεσα σε συγγενείς. Σιωπηλά δάκρυα, πρόσωπα σφιγμένα στη θλίψη. Ψίθυροι συλλυπητηρίων τυλίγουν τον αέρα.

Συγγενής (σαν μακρινή ηχώ): (Αγκαλια με τη συγγενή) Μαρία Ηρθες!!!...θα μας λείψει τοσο..!

Βλέπουμε σκηνή από την τελετή - τα αγάλματα στο κοιμητήριο - την εκκλησία - τον κόσμο.

Στο περπάτημα μεσα στο κοιμητηριο μετα την τελετή - η γνωριμία ...ένα ανδρικό χέρι απλώνεται. Ο άνδρας στέκεται μπροστά της, συγκρατημένος, με φωνή σταθερή.

Άνδρας: η Μαρία? Συλλυπητήρια! Πολύ αγάπη θα κουβαλάει όπου κ αν πηγαίνει τωρα .. θα της ειμαι για παντα ευγνώμων. Ονομάζομαι… .... έχω υπό την κηδεμονία μου το retreat καλλιτεχνών π εργαζόταν η Έλενα... Εχω ακουσει πολλα για εσας , σας θαυμαζε!...

Η Μαρία σαστίζει, το βλέμμα της υγραίνεται, μα πριν προλάβει να μιλήσει, ο Αθηναικος ηλιος την τυφλώνει κ ανοιγει τα μάτια στο τώρα - ο ιδιος ήλιος π εχει ανατήλει για τα καλά την καιει το ίδιο.

Επιστροφή στο παρόν. Το ταξί. Ο ήχος της πόλης ξαναμπαίνει μέσα. Ο ταξιτζής, με ένα στραβό χαμόγελο, μισό αστειευόμενος, μισό κυνικός:

Ταξιτζής: Well… would be a hell of a drive from prison to nuthouse.

Η Μαρία τον κοιτάζει από τον καθρέφτη, με μια αιχμηρή αλλά ήρεμη φωνή.

Μαρία: Please… don’t call it that.

Ο ταξιτζής καταλαβαίνει. Το χαμόγελο σβήνει. Το πρόσωπό του μαλακώνει ξανά.

Ταξιτζής (σχεδόν απολογητικά): Ναι… έχετε δίκιο. Συγγνώμη.

Η κάμερα μένει για λίγο στο καθρεφτάκι: δύο πρόσωπα, ένα μπροστά, ένα πίσω, δεμένα από μια λεπτή γραμμή ευγένειας και σιωπής. Ο ήχος του κινητήρα γεμίζει την παύση, σαν καρδιοχτύπι.

Τότε, το βλέμμα πέφτει στα χέρια της Μαρίας. Κρατάει ένα γράμμα, τσαλακωμένο από το διάβασμα. Το ανοίγει ξανά. Οι λέξεις φαίνονται καθαρά: «Σας προτείνουμε επίσημα τη θέση της διευθύντριας στο ρητρήτ αποκαταστασης καλλιτεχνών. Θα αναλάβετε τα καθήκοντα της Έλενας».

Η Μαρία το διαβάζει και το ξαναδιαβάζει. Τα μάτια της δεν αποκαλύπτουν αν πρόκειται για βάρος ή για λύτρωση.ϊσως και τα 2 , βάρος και θλιψη οταν εστιαζει στο ονομα της αγαπημένης της ανηψιάς και αισθημα θαρους ευθυνης και αναγνωρισης οταν εστιαζει στο ονομά της.

Σκηνή 3

Το ταξί κυλά σε στενούς δρόμους. Στο τζάμι αντανακλούν πρόσοψεις, πινακίδες, περαστικοί· εικόνες φευγαλέες. Η Μαρία κοιτάζει έξω χωρίς να βλέπει πραγματικά· το βλέμμα της ακουμπά στα πράγματα και γλιστρά. Μια γυναίκα με σακούλες, ένα παιδί σε ποδήλατο, ένα μπαλκόνι γεμάτο μπουγάδα. Όλα περνούν δίχως βάρος, σαν ασύνδετες αναμνήσεις.

Ξαφνικά, το ταξί φρενάρει απότομα κ κανει μικρό ελιγμό. Μια μαύρη γάτα, πανέμορφη, πετάγεται μπροστά τους.

Ταξιτζής
κάνει μια απροσδιόριστη γκριματσα κ συνεχιζει την πορεία του

Η κάμερα αφήνει το ταξί. Ακολουθεί τη μαύρη γάτα που τρέχει στο πεζοδρόμιο, σκαρφαλώνει σ’ ένα δέντρο. Προχωρά προσεκτικά πάνω σε κλαδί, πηδά σ’ ένα μπαλκόνι, και χάνεται μέσα από μισάνοιχτο παράθυρο.

Σκοτάδι στο εσωτερικό διαμερίσματος. Εκεί, η μαύρη γάτα συναντά μια γκρι γάτα· πλησιάζουν, τρίβονται η μία στην άλλη. Στον καναπέ κοιμάται ο Μαρκ. Δίπλα του, ένα άδειο ποτήρι. Ανοίγει τα μάτια βαριά, βλέπει τις γάτες.

Μαρκ (μουρμουριστά, με μισό χαμόγελο):
Έφερες κ το φίλο σου? Ελάτε, μικρές…

Σηκώνεται, πάει στην κουζίνα. Γεμίζει ενα μπολ τροφή. Ο μεταλλικός ήχος του φαγητού που πέφτει σπάει τη σιωπή. Οι γάτες τρώνε ανενόχλητες. Ο Μαρκ γυρίζει στην πολυθρόνα, ξαναγεμίζει το ποτήρι του. Σκύβει στο λάπτοπ, ξεκολλά την οθόνη, ανοίγει μουσική.

Ξαφνικά, ακούγονται οι πρώτες νότες από το «Taxi» της Vanessa Paradis. Η μελωδία απλώνεται στον χώρο, απαλή, σχεδόν υπνωτική.

Η κάμερα κολλά στην οθόνη. Το τραγούδι παίζει για λίγα δευτερόλεπτα. Cut.

Το ίδιο τραγούδι συνεχίζει, αλλά τώρα ακούγεται από το ράδιο του ταξί. Επιστροφή στη Μαρία, που κάθεται σιωπηλή. Ο ήχος διακόπτεται από το κοπάνημα του πορτ-μπαγκάζ: ο ταξιτζής ξεφορτώνει κουτιά γεμάτα βιβλία.

Το ταξί έχει φτάσει μπροστά στην κλινική. Στην εξώπορτα, μια φιγούρα περιμένει. Η Μαρία κατεβαίνει, σφίγγει τη ζακέτα της. Το τραγούδι σβήνει σιγά σιγά καθώς η βαριά πόρτα ανοίγει για να την υποδεχτεί.

Σκηνή 4 — Η Άφιξη στην Κλινική

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ – ΠΥΛΕΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΕΛΕΝΑΣ – ΣΟΥΡΟΥΠΟ
Το ταξί σταματά μπροστά στην ντελικατη σιδερενια πορτα - ομορφη κ διακριτική - δεν προσδιδει την ενταση κ τον πονο των ψυχων π φιλοξενουνται πιο μέσα.
Πίσω τους, το κτίριο προβάλλει μεγαλοπρεπές θλιμμένο αλλά και όμορφο, με τους τοίχους να έχουν ξεθωριάσει από τον χρόνο .
Μια πινακίδα, μισοσβησμένη, γράφει: ΡΟΜΠΙΝΣ
«Ιδιωτικό Retreat Καλλιτεχνών»

Η Μαρία κατεβαίνει.
Ψυχρός αέρας.
Τα βήματά της τρίζουν πάνω στο χαλίκι.
Σηκώνει το βλέμμα· για μια στιγμή τα μάτια της θολώνουν.
Συγκρατείται. Προχωρά προς το θυροτηλέφωνο.

ΦΩΝΗ (θυροτηλέφωνο)
Ναι;

ΜΑΡΙΑ
Η Δρ. Μαρία Κόβατς. Με περιμένουν.

Ήχος ξύλου που ξυπνάει· οι πόρτες ανοίγουν αργά, έχουν μία διαφορετική βαρύτητα - τις έχουν ανοίξει πολλοί γνωστοί κ όχι κ άλλοι όχι τοσο , σημαντικοι ολοι καλλιτέχνες - ανθρωποι - με τη θέληση τους - για να σωθουν.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΦΟΥΑΓΙΕ ΚΛΙΝΙΚΗΣ – ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ
Κομψό αλλά αυστηρό.
Ξύλο παλιό, πέτρινα πατώματα, μια λεπτή μυρωδιά αντισηπτικού ανακατεμένη με ξεραμένα τριαντάφυλλα.
Η Μαρία μένει ακίνητη· η ανάσα της ακούγεται δυνατότερη απ’ τη σιωπή του χώρου.

Από τον διάδρομο εμφανίζεται ο ΚΑΪΛ (στα 50), ψηλός, με λευκή στολή, βήματα σίγουρα και ήρεμη αυτοπεποίθηση.

ΚΑΪΛ
Εσείς πρέπει να είστε η Μαρία. Είμαι ο Καΐλ. Καλώς ήρθατε στο ρητρητ μας «Έλενα» πλέον (με θλιψη εσωτερικη).

Σφίγγουν τα χέρια· μια παύση - αγκαλιά - π παίρνει την μορφή έκφρασης Συλλυπητηρίων.

ΚΑΪΛ (ΣΥΝ.)
Έχω ακούσει τόσα από την ανηψιά σας,που ειναι σα να σας γνωρίζω ήδη.

ΜΑΡΙΑ
Ναι. Αν κ δεν βλεπόμαστε συχνά τρέφαμε την ιδια αλληλοεκτίμηση , πέρα από το ίδιο αιμα μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για προσφορά σε τραυματισμένες ψυχές.

ΚΑΪΛ
Ναι αυτό έκανε η Έλενα για όλους εκτός από τη δική της ψυχη (ενα δάκρυ) .. ε, ας την αφησουμε λοιπον στην επιλογη της οπου κ αν ειναι κ να επιστρεψουμε σε μας εδω - στο τωρα - να βοηθησουμε τους ανθρωπους μας εδω τους υπεροχους καλλιτεχνες μας π μας χρειαζονται τοσο!! -

Η Μαρία χαμογελά διακριτικά· τα μάτια της προδίδουν σιγουριά - ενδιαφέρον αλλά κ ένα ερωτηματικό , (καλλιτεχνες - υπάρχει διαφορά ? ολοι οι ανθρωποι πανω κατω τα ιδια τραυματα εχουμε).

ΜΑΡΙΑ
Ελπίζω. Γι αυτό ήρθα! (χαμογελά κ μετά σοβαρευει)

ΚΑΪΛ
Ελάτε. Θα σας δείξω τους χώρους.

Η Μαρία τον ακολουθεί με ενδιαφέρον αλλά λιγο πιο πισω του για λόγους ευγενείας αλλά κ να χωνευει ότι βλέπει - παρατηρει κ καταγραφει οσα πιο πολλά μπορει στο μυαλό της.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΔΙΑΔΡΟΜΟΙ ΚΛΙΝΙΚΗΣ – ΑΡΓΟΤΕΡΑ
Διάδρομοι μισοσκότεινοι.
Τοίχοι με ίχνη υγρασίας και παλιές κορνίζες - γνωστοι καλλιτέχνες στις περισσοτερες
Ακούγονται χαμηλές φωνές πίσω από κλειστές πόρτες.

Ο Καΐλ περπατά δίπλα στη Μαρία.

ΚΑΪΛ

Εδω είναι το γραφείου του Κου Μπλακ - έταιρου γιατρού της κλινικής και.. εδω το δικό σας - ήταν της Ελενας.
Κρατήσαμε το γραφείο της ανέπαφο. Είχε έναν τρόπο να δίνει νόημα ακόμη και στα πιο απλά πράγματα.

Σταματούν σε μια βαριά πόρτα. Ο Καΐλ την ανοίγει.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΠΑΛΙΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΛΕΝΑΣ – ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Απαλό φως απ’ το παράθυρο.
Σκόνη αιωρείται σαν μικρά σωματίδια μνήμης.
Στο γραφείο: μια κούπα με καποια αστεια επιγραφη, μια παρτιτούρα πιάνου, μια στοίβα επιστολές δεμένες με κορδέλα.

Η Μαρία μπαίνει μόνη. Ο Καΐλ κλείνει την πόρτα πίσω της.

Αργά.
Ακουμπά τα δάχτυλά της στο ξύλινο γραφείο.
Ανοίγει ένα συρτάρι· βρίσκει ένα σημειωματάριο με τα αρχικά «Ε.Κ.», και μια φωτογραφία: η Έλενα χαμογελά.

Η Μαρία κάθεται.
Παίρνει μια βαριά ανάσα, φέρνει το χέρι στα χείλη.
Δεν ξεσπά.
Μόνο ένα δάκρυ πέφτει — και ο χρόνος σταματά για μια στιγμή.

διακριτικός υπαινιγμός παρουσίας της Έλενας (π.χ. ήχος πιάνου από μακριά ή μια πόρτα που τρίζει)

Σκηνή 5 — Ολοκληρωμένη εκδοχή με μετάβαση στον Μάρκ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΓΡΑΦΕΙΟ/ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΛΕΝΑΣ – ΝΥΧΤΑ
Η Μαρία μένει ακίνητη στο γραφείο.
Το φως έχει σχεδόν σβήσει.
Ακούγεται μόνο η αναπνοή της.

Τα δάχτυλά της χαϊδεύουν το εξώφυλλο του σημειωματάριου με τα αρχικά «Ε.Κ.».
Ξαφνικά, από το πουθενά — μια απαλή, μόλις αντιληπτή νότα πιάνου.
Σαν να έρχεται μέσα απ’ τους τοίχους, ή μέσα απ’ τη μνήμη της.

Η Μαρία κλείνει τα μάτια.
Η νότα επαναλαμβάνεται, μακρύτερη τώρα —
και σιγά-σιγά η κάμερα πλησιάζει στο πρόσωπό της, ώσπου το κάδρο γεμίζει μόνο από το βλέμμα της.

Το φως χαμηλώνει.
Το άκουσμα της νότας συνεχίζεται —
και διαλύεται σε ένα νέο περιβάλλον.

<<ΜΕΤΑΒΑΣΗ>>

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΜΑΡΚ – ΝΥΧΤΑ
Το ίδιο πιάνο.
Ο ΜΑΡΚ (Ρίτσαρντ Γκιρ) κάθεται μπροστά του, τα δάχτυλά του χτυπούν τις ίδιες νότες, ασταμάτητα, σχεδόν ψυχαναγκαστικά.
Τα μάτια του γυαλίζουν — δεν ξέρει αν παίζει ή αν ζητά λύτρωση.

Το ποτό στο ποτήρι του τελειώνει.
Χωρίς να σταματήσει τη μουσική, γέρνει το ποτήρι ώσπου αδειάζει τελείως.
Η μουσική γίνεται βαρύτερη — μοιάζει με κραυγή.

Σηκώνεται.
Το πιάνο συνεχίζει να αντηχεί, σαν να παίζει μόνο του.
Φορά ένα παλτό, βγαίνει έξω.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ – ΔΡΟΜΟΣ – ΝΥΧΤΑ
Ο αέρας φυσά δυνατά.
Ο Μάρκ περπατά στο πεζοδρόμιο, αρχικά αργά, μετά όλο και πιο γρήγορα.
Το βλέμμα του χαμένο.
Τα φώτα των δρόμων τρεμοπαίζουν σαν αναμνήσεις.

Ξαφνικά αρχίζει να τρέχει.
Οι ήχοι θολώνουν, μόνο ο ρυθμός των βημάτων του και η ανάσα.
Φτάνει σ’ ένα μεγάλο δέντρο δίπλα στο πεζοδρόμιο·
το αγκαλιάζει, με δύναμη, σαν να κρατά κάτι που χάνεται.

Η κάμερα μένει πάνω του —
αναπνέει βαριά, κλαίει, γελάει μαζί.

Στο βάθος, φωνές.
Πρόσωπα με φακούς. Ανθρώποι με στολές υγείας τρέχουν προς το μέρος του.
Η φωνή ενός από αυτούς:
«Μάρκ! Άφησέ το… όλα καλά, είμαστε εδώ…»

Η κάμερα σηκώνεται αργά προς τον ουρανό.
Η ίδια
νότα του πιάνου επαναλαμβάνεται για τρίτη φορά —
μόνο που τώρα ακούγεται σαν προσευχή.

ΣΚΗΝΗ 6 – Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Το πρωινό φως γλιστρά μέσα από τις κουρτίνες, λευκό και γήινο, σαν ανάσα που μόλις γεννιέται.
Η Μαρία ξυπνά στο δωμάτιο της Έλενας. Για λίγα δευτερόλεπτα μένει ξαπλωμένη, κοιτάζοντας τη σκόνη που αιωρείται πάνω από το τραπέζι, μια φωτογραφία της , καποια πραγματα , ..δειχνουν διαφορετικα το πρωι ολα με το φως του ηλιου. Δεν υπάρχει ήχος παρά μόνο ένα μακρινό κελάηδισμα και ο ρυθμός της δικής της ανάσας.
Σηκώνεται, πάει στο μπάνιο - πλένεται - ντύνεται - βάζει το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι φτιαχνει το πλεκτό να είναι κάτω απο το γιακά - κοιταζεται στον καθρεφτη - μία παύση ...Έπειτα ανοίγει την πόρτα.

Ο διάδρομος την υποδέχεται με μια διακριτική ζεστασιά. Ο Καιλ την περιμένει με έναν καφέ, ήδη χαμογελαστός.
<< Καημέρα , δρ. Κόβατς», της λέει ήρεμα.
Η Μαρία παίρνει το φλιτζάνι, νιώθει τη θερμότητα στις παλάμες της. <<Καλημέρα σας>>

ο Γιατρός Κος Μπλακ πλησιαζει από τον διαδρομο -

Κάιλ : << Να σας συστήσω - κος Μπλακ - Κα Κοβατς>>

Μπλακ: «Συνήθως δουλεύω ως αντικαταστάτης - χαίρομαι που σας γνωρίζω.
Αν θέλετε… μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στους θαλάμους. Θα δείτε τα πρόσωπα που μας συντροφεύουν προς το παρόν.»
Η Μαρία νεύει. Ο διάδρομος προχωρά μπροστά τους, μακρύς, σχεδόν μοναστηριακός. Τα βήματά τους ακούγονται καθαρά, σαν να τα μετρά ο χρόνος.

Μπαίνουν σε μια αίθουσα με παράθυρα ψηλά.
Στο κέντρο, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι∙ γύρω του τέσσερις άνθρωποι.
Ο αέρας μυρίζει φάρμακο και καφέ. Κάπου μακριά ακούγεται ένα πιάνο να δοκιμάζει δύο-τρεις νότες και να σωπαίνει.

Η Μαρία πλησιάζει.


Η πρώτη είναι η Σάρον — νεαρή, ωχρή, τα μαλλιά πιασμένα όπως να ’ναι. Κόβει μικρά κομμάτια μήλου και τα βάζει στη σειρά, με προσήλωση σχεδόν παιδική.
«Καλημέρα», λέει η Μαρία. «Μπορώ να κάτσω δίπλα σου;»
Η κοπέλα δεν την κοιτά. «Όποιος κάθεται κοντά μου, κατι θέλει συνήθως. Δεν είμαι διατεθιμένη να σου δώσω..τίποτα...»
Η Μαρία χαμογελά πολυ αχνά καθεται δίπλα της κ απλά τη χαδευει στην πλάτη

Δίπλα, ο Νίκολας, νεαρός ξανθός όμορφος μάτια και χέρια που τρέμουν. Ένα τετράδιο μπροστά του, γεμάτο λέξεις και σβησίματα.
«» τον ρωτά.
«»,
Η φωνή του είναι ήσυχη, σχεδόν τρυφερή. Ένας άνθρωπος που έχει πνιγεί στην ίδια του τη μουσική σιωπή.

Στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο Σάιμον, ηλικιωμένος, πρώην ηθοποιός, κρατάει ένα κιτρινισμένο πρόγραμμα θεάτρου.
μονολογεί -λέει κάποιο διάλογο θεατρικού κ χάνεται μετά ξαναεπανέρχεται ..συνεχιζει , χωρίς να τον κοιτά κανείς. ................ ξεχνώ τις λέξεις, ........... Το φως δεν σβήνει όμως, γιατρέ — .................»
Η Μαρία μένει σιωπηλή. Δεν υπάρχει φάρμακο για αυτό το είδος μνήμης.

Δίπλα στο παράθυρο, καθισμένη με σταυρωμένα πόδια, η Ιζαμπέλ.
Το φως πέφτει πάνω της σαν σκηνικό υπόλοιπο παλιάς δόξας. Τα χέρια της λεπτά, το κορμί ακόμη κομψό, μα το βλέμμα απομακρυσμένο.
Κουνάει αργά το πόδι της, σαν να κρατά τον ρυθμό ενός αόρατου βαλς.
#Ήταν χορεύτρια, πολύ όμορφη , στην εποχή παγκοσμιως αγαπητήκ επιθυμητή απ όλους αντρες κ γυναίκες - στην εποχή της.
Η Μαρία την παρατηρεί

#Το σώμα θυμάται ... η ψυχή πενθεί
Η Ιζαμπέλ στρέφει το βλέμμα της· ένα αδιόρατο χαμόγελο διαπερνά τη θλίψη της, όπως ήλιος μέσα από σύννεφο.

Η Μαρία κάθεται μαζί τους.
Ο Καιλ παραμένει στην πόρτα, σιωπηλός.
Η αίθουσα γεμίζει με ένα είδος απαλής αμηχανίας — σαν πρώτη συνάντηση ανθρώπων που θα περάσουν μαζί πολύ καιρό.
Κανείς δεν μιλά.
Ο ήλιος γλιστρά επάνω στα πρόσωπα, ένας ένας φωτίζονται: η Σάρον που στήνει τα κομμάτια του μήλου, ο Νίκολας που γράφει, ο Σάιμον που θυμάται, η Ιζαμπέλ που ανασαίνει στο ρυθμό του παρελθόντος.

Η Μαρία κοιτάζει γύρω της.
Δεν βλέπει αρρώστια∙ βλέπει επιζώντες.
Για πρώτη φορά χαμηλώνει το βλέμμα όχι από λύπη, αλλά από σεβασμό.

Κάπου έξω, ένας άνεμος περνά από τα δέντρα.
Το φως αλλάζει.
Η σιωπή, σχεδόν τρυφερή πια, απλώνεται σαν κουβέρτα πάνω τους.

ΣΚΗΝΗ 7 – ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ

Το φως του απογεύματος μαλακώνει τους διαδρόμους.
Η Μαρία περπατά αργά, χαιρετά πρόσωπα που ήδη θυμάται: τον Πίτερ που διαβάζει σιωπηλά, την Ιζαμπέλ που τεντώνει τα χέρια σαν να θυμάται βήματα χορού, τον Νικόλα που σφίγγει ένα πλαστικό ποτήρι νερό.
Κάποιοι της χαμογελούν, άλλοι στρέφουν το βλέμμα∙ μια μικρή δυσπιστία ακόμη πλανάται στον αέρα.

INT. ΑΙΘΟΥΣΑ ΦΑΓΗΤΟΥ – ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Το δωμάτιο απλό, φωτισμένο από ήλιο που σπάει πάνω στα ποτήρια.
Η Μαρία και ο Καιλ κάθονται απέναντι. Ένα πιάτο σούπα, ψωμί, μια κανάτα νερό.
Για λίγο τρώνε χωρίς να μιλούν.

ΚΑΙΛ
(ήσυχα)
«Πώς σας φάνηκαν οι πρώτες σας εντυπώσεις;»

ΜΑΡΙΑ
(χαμηλόφωνα, σκεπτική)
«Θα μου πάρει λίγο χρόνο να τους δω… πραγματικά.»

Ο Καιλ χαμογελά ελαφρά, με κατανόηση.
«Αυτός ο χρόνος είναι η θεραπεία», της λέει.

Η Μαρία αφήνει το κουτάλι.
«Ο Σάιμον ζει μέσα στις σκηνές που έπαιζε.
Η Ιζαμπέλ κουβαλά τη σκηνή στο σώμα της, ακόμα κι όταν κάθεται ακίνητη.
Κι ο Νίκολας… είναι φουλ στην ενεργεια - δεν μπορει να διαχειριστει τον εαυτό του . Θέλει να πιει για λόου κ χάι για να ισορροπίσει- αντιστέκεται, το πολεμάει. Γι’ αυτό είναι εδώ άλλωστε.»

Ο Καιλ νεύει.
«Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει κάτι σταθερό: η θέλησή τους να μην χαθούν τελείως.»

Η Μαρία σκύβει ελαφρά.
«Και ποιος είναι ο πιο δύσκολος;»

Ο Καιλ αφήνει για λίγο το πιρούνι, σκέφτεται.
«Ποια», διορθώνει απαλά. «Η Σάρον.»

ΜΑΡΙΑ
(τον κοιτάζει)
«Η νεαρή; Δεν μιλήσαμε σήμερα ιδιαίτερα.»

ΚΑΙΛ
«Ήρθε πριν λίγες μέρες. Απόπειρα αυτοκτονίας. Μανιοκατάθλιψη, εναλλαγές σαν θύελλα.
Τη μία μέρα γελά, την επόμενη δεν θέλει να ζήσει.
Δεν εμπιστεύεται κανέναν.
Αλλά έχει εκείνο το βλέμμα — σαν να βλέπει πιο καθαρά απ’ όλους μας.»

Η Μαρία μένει για λίγο σιωπηλή.
«Θα τη γνωρίσω καλύτερα αύριο», λέει τελικά.

Ένα απαλό ρεύμα αέρα περνά απ’ το παράθυρο∙ το φως τρεμοπαίζει πάνω στα πιάτα.
Ακούγονται μακριά βήματα στον διάδρομο, βαλίτσα που κυλά, ψίθυροι.

Η Μαρία στρέφει το βλέμμα της προς τον ήχο∙ ο Καιλ κάνει το ίδιο.
Μια πόρτα κλείνει κάπου, μετά σιωπή.

Ο Καιλ μισοχαμογελά.
«Κάποιος καινούριος μόλις ήρθε.»

Η κάμερα δεν δείχνει ακόμη ποιος.
Μόνο την αντανάκλαση μιας φιγούρας στο τζάμι — ψηλή, αργή, σχεδόν αόριστη.

Η Μαρία κοιτά για λίγο, χωρίς σχόλιο.
Ο ήλιος χαμηλώνει. Το φως γίνεται χρυσαφί.

ΣΚΗΝΗ 8 – ΑΦΙΞΗ ΜΑΡΚ

Μια πόρτα ανοίγει με κρότο και μέσα μπαίνουν δύο νοσοκόμοι ντυμένοι στα λευκά, κρατώντας τον Μάρκ. Ακούγεται μόνο ο ήχος των παπουτσιών.

Ο Μάρκ φοράει σκούρο σακάκι, το πουκάμισό του ανοιχτό, τα μαλλιά του ανακατεμένα. Το βλέμμα του πλανιέται. Το ηρεμιστικό τον κρατά στο όριο μεταξύ ύπνου και παραληρήματος.
Κάθε τόσο, ψιθυρίζει λέξεις χωρίς νόημα.

ΜΑΡΚ (ασυναρτησίες)
— ερηρηρτη$%^&**#ΚΞκη

Ο νοσοκόμος τον συγκρατεί ήρεμα από τον ώμο.
Ο δεύτερος του ψιθυρίζει:
ΝΟΣΟΚΟΜΟΣ
— Φτάσαμε, κύριε Μάρκ. Σε λίγο θα ξεκουραστείτε.

Στο βάθος του διαδρόμου, η Μαρία. Στέκεται ακίνητη. Το φως πέφτει επάνω της σαν από άλλο κόσμο.
Η σκηνή μοιάζει να παγώνει όταν τα βλέμματά τους συναντιούνται.

ΜΑΡΙΑ
— 'Εχετε χαρτι εισαγωγής;

Ο νοσοκόμος νεύει.
Ο Μάρκ σταματά. Κοιτάζει τη Μαρία — για μια στιγμή, η φωνή του καθαρίζει, σαν να επιστρέφει από μακριά.

ΜΑΡΚ
— Εσύ?... σε ξέρω....ετηρςτη^#@#ηξκλ

Η Μαρία παγώνει. Δεν είναι σίγουρη αν της μιλά ή αν βλέπει κάτι μέσα της.
Οι νοσοκόμοι τον τραβούν ελαφρά, μα εκείνος, περνώντας δίπλα της, ξαναγυρίζει το κεφάλι.

Η Μαρία τον κοιτάζει καθώς απομακρύνεται.
Η πόρτα στο τέλος του διαδρόμου κλείνει πίσω του. Το φως τρεμοπαίζει.

Η κάμερα μένει πάνω στο πρόσωπο της Μαρίας — ήρεμο, αλλά κάτι μέσα της έχει κουνηθει για καποιο λογο.

Νύχτα.
Το γραφείο της Ελένας — τώρα γραφείο της Μαρίας. Ένα μόνο φως, κεχριμπαρένιο, από τη λάμπα του γραφείου.
Έξω, ψιχάλες πέφτουν αργά πάνω στο τζάμι.

Η Μαρία κάθεται μπροστά σ’ ένα σωρό φακέλους. Ο ένας γράφει “ΜΑΡΚ Α.”.
Ακουμπά τα δάχτυλά της επάνω του σαν να φοβάται να τον ανοίξει.

Ανοίγει τον φάκελο. Μέσα, σημειώσεις, μουσικά χαρτιά, μια φωτογραφία:
ο Μάρκ νέος, στο φως μιας σκηνής..

Η Μαρία σηκώνει τη φωτογραφία στο φως. Το βλέμμα της μαλακώνει.

Για μια στιγμή, πιο εξω απο τις σταγόνες στο τζαμι,στο δρομο, μια γυναίκα με λευκό παλτό στέκεται κάτω από τη βροχή.
Ακίνητη. Απροσδιόριστη.

Ένας μακρινός ήχος πιάνου αρχίζει.
Ήσυχος, μελωδικός, σαν να έρχεται από άλλο όροφο — ή από άλλο χρόνο.

Η Μαρία σηκώνεται. Πλησιάζει το παράθυρο.
Η μορφή δεν υπάρχει πια. Μόνο η βροχή και το πιάνο.

Η Μαρία σβήνει τη λάμπα.
Το φως χάνεται, μένει μόνο ο ήχος του πιάνου για λίγα δευτερόλεπτα — μετά σταματά.
Η βροχή συνεχίζει να πέφτει απαλά.
Σκοτάδι.

ACT 9 – Group Therapy

Θα παρουσιαστουν οι διαφορετικοι χαρακτηρες κ ιστοριες - οχι ολοι μαζι στο ιδιο σημειο.

Names. Fractures. Identities.

The circle becomes a mirror.

ACT 10 – The Piano Scene

Μαρια καθως μπαινει στη σάλα κ συνομιλει με ενα ασθενη ακούει το πιάνο να παιζει - εχει καθίσει ο Μαρκ - παιζει 1 -1 τα πληκτρα - η Μαρία πλησιάζει , ο Μαρκ ξεκιναει να παιξει πιο γρηγορα τωρα ενα ρυθμο με μεγάλη ένταση - breathless - rock n rol - η Μαρία βλέπει την ενταση του κ βάζει τα χερια της πανω στα δικά του - τον επιβραψυνει - τον ηρεμει - παιζει καποιο ρυθμο αργο - ωσπου σταματαει - του μενει το αγγιγμα της ομως

Two souls meet at the edge of sound.

Music softens what language cannot.

ACT 11 – A Lunch Between Friends

Two caretakers speak honestly about love, loneliness, and the soft terror of happiness.

ACT 12 – Building Bridges

Mark finds his rhythm.

Maria begins to understand the patterns of pain — and how to walk through them.

ACT 13 – The Glimpse A glance that speaks louder than touch.

Η Μαρία βγαίνει αργά από το ντους. Σώμα ατσαλάκωτο, σταγόνες κυλούν στους ώμους της, στα μαλλιά, στις πλάτες του χρόνου.
Ένα παράθυρο παραμένει ανοιχτό. Κάνει αντανάκλαση με τον καθρεφτη στο φωταγωγό.
Η κουρτίνα δεν το κρύβει. Η Μαρία, σιωπηλή, στεγνώνει τα χέρια της.

Δυο ασθενείς, σκυμμένοι, σχεδόν παιδιά, σχεδόν ένοχοι. Κοιτουν εξω από το φωταγωγό την αντανακλαση του μπανιου.
Κοιτούν με μάτια καρφωμένα στο άνοιγμα του παραθύρου.

Από την άλλη άκρη του διαδρόμου, εμφανίζεται ο Μαρκ. Περπατά αργά.
Σταματά όταν τους βλέπει. Τους πλησιάζει. Κοντοστέκεται πίσω τους και κοιτά κι αυτός — τι είναι αυτό που βλέπουν;

Το βλέμμα του περνά το άνοιγμα. Βλέπει το φως, την ατμόσφαιρα.
Και τότε — τη βλέπει. Τη Μαρία. Γυμνή. Υγρή.
Για μια στιγμή όλα παγώνουν.

Η Μαρία σηκώνει το βλέμμα. Σαν να το ένιωσε.
Τα μάτια της συναντούν του Μαρκ. Εκείνος μένει ακίνητος, σχεδόν χωρίς ανάσα.
Το πρόσωπό της αλλάζει. Μια ρωγμή θυμού, ή ίσως πληγής. Κλείνει απότομα το παράθυρο.

Μένει μόνη.

Μέσα στο μπάνιο τώρα, η σιωπή είναι απόλυτη. Μόνο η αναπνοή της.
Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη. Ακίνητη.
Κοιτάζει το σώμα της. Αφήνει την πετσέτα να πέσει. Δεν το κάνει επιδεικτικά. Το κάνει σαν να την ενοχλεί από το να δει τον εαυτο της.

Μένει γυμνή μπροστά στο είδωλο.
Κοιτάζει τα χέρια της, τα στήθη της, το πρόσωπο.
Μια σκιά συγκίνησης – ένα φευγαλέο, σχεδόν παιδικό χαμόγελο.
Σηκώνει το χέρι και αγγίζει τον καθρέφτη. Αργά. Όπως το κάνει η Ιζαμπέλ.

Για ένα δευτερόλεπτο, γίνεται εκείνη.
Ή μάλλον – θυμάται πως είναι γυναίκα. Όμορφη. Επιθυμητή.
Ακόμη.

Κι ο Μαρκ, στον διάδρομο, έχει μείνει μόνος.
Δεν κοιτά πια. Το βλέμμα του έχει πέσει χαμηλά.
Αισθάνεται ντροπή.

Ένα βήμα προς τα πίσω.
Ένα βάρος στην καρδιά.
Η σκηνή τελειώνει με σιωπή.

ACT 14 – Parent Day

Families arrive. Joy. Disappointment.

And in the quietest corner — the gentlest bond is formed.

ACT 15 – The Night of Truth

A storm outside. A collapse within.

Two people meet at the edge of grief — and hold each other.

ACT 16 – The Morning After / Resignation

Maria chooses herself.

Mark lets go gently. Kail stands beside her. Something ends, something begins.

ACT 17 – Farewell

A quiet exit. A room of faces.

A final drawing. A final embrace.

ACT 18 – In the Taxi again

But she doesn’t go home.

She goes there.

Where someone is waiting.

And the cat.